Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

πλυσίματα ουδέτερο

  1. πλύσιμο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού