Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πισω- < επίρρημα πίσω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pi.sɔ/

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

πισω- ή πισώ-
πρόθημα σε σύνθετες λέξεις που

  1. προσθέτει στη σημασία του β' συνθετικού την έννοια της κατεύθυνσης
    1. προς τα πίσω
      πισωγυρίζω, πισωβελονιά
    2. από πίσω
      πισώπλατα
  2. (για β' συνθετικό ουσιαστικό) δηλώνει ότι το β' συνθετικό βρίσκεται σε πίσω μέρος
    πισώπορτα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία