Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πινγκ πονγκ < (άμεσο δάνειο) αγγλική ping pong με μεταγραμματισμό του ⟨ng⟩ σε ⟨νγκ⟩ < σήμα κατατεθέν Ping-Pong < ping (ηχομιμητική λέξη) [1] (ονοματοποιία από το θόρυβο που κάνει το μπαλάκι)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpiŋ ˈpoŋ/ όπως στα αγγλικά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πινγκ πονγκ ουδέτερο άκλιτο

  • (αθλητισμός) παιχνίδι ανάμεσα σε δύο παίκτες ή ομάδες των δύο παικτών που πρέπει, χρησιμοποιώντας μόνο τη ρακέτα, να διεισδύσουν ένα μπαλάκι στο αντίπαλο μέρος του τραπεζιού πάνω από το δίχτυ χωρίς το μπαλάκι να ακουμπήσει το τραπέζι

Άλλες γραφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία