Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πιλοτήριο τα πιλοτήρια
      γενική του πιλοτηρίου των πιλοτηρίων
    αιτιατική το πιλοτήριο τα πιλοτήρια
     κλητική πιλοτήριο πιλοτήρια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πιλοτήριο < πιλότος + -τήριο < ιταλική piloto < υστερολατινική pillottus < ... < αρχαία ελληνική πηδόν (αντιδάνειο) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *pṓds

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πιλοτήριο ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία