Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

παραχρήμα < αρχαία ελληνική παραχρῆμα από τη φράση παρὰ τὸ χρῆμα

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

παραχρήμα

  1. επιτόπου, την ίδια στιγμή

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • αὐθωρεί και παραχρῆμα : αυτή την ὥρα και πάνω στην ανάγκη, κατά λέξη στα αρχαία ελληνικά, πλεονασμός για να ενταθεί η έννοια, τώρα αμέσως


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία