Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το παρανόμι τα παρανόμια
      γενική του παρανομιού των παρανομιών
    αιτιατική το παρανόμι τα παρανόμια
     κλητική παρανόμι παρανόμια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρανόμι < μεσαιωνική ελληνική παρανόμι. Αναλύεται σε παρα- + (ό)νομ(α) +

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παρανόμι ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρανόμι < παρα- + (ὄ)νομ(α) + με αποβολή του [o] για αποφυγή της χασμωδίας[1] Πιθανόν, με αναδρομικό σχηματισμό από το παρωνύμιν.[2]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παρανόμι ουδέτερο

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «παρανόμι» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. σελ.114, Τόμος 15 - Κριαράς, Εμμανουήλ. Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Τόμοι Α'-ΙΗ'. (Τόμοι ΙΕ'-ΙΗ' επιμ. Ιωάννης Ν. Καζάζης).   Άπαντα Εμμανουήλ Κριαρά στην Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.