Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική παραμυθένιος παραμυθένια παραμυθένιο
γενική παραμυθένιου παραμυθένιας παραμυθένιου
αιτιατική παραμυθένιο παραμυθένια παραμυθένιο
κλητική παραμυθένιε παραμυθένια παραμυθένιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παραμυθένιοι παραμυθένιες παραμυθένια
γενική παραμυθένιων παραμυθένιων παραμυθένιων
αιτιατική παραμυθένιους παραμυθένιες παραμυθένια
κλητική παραμυθένιοι παραμυθένιες παραμυθένια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παραμυθένιος < παραμύθι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

παραμυθένιος, -α, -ο

  1. που συναντιέται στα παραμύθια
    παραμυθένια χώρα
     συνώνυμα: μυθικός
  2. (μεταφορικά) τόσο ευχάριστος που συναντιέται μόνο στα όνειρα
    παραμυθένια ζωή / αγάπη / ομορφιά
     συνώνυμα: απίστευτος, ιδανικός, ιδεώδης, ονειρικός, τέλειος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία