↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική παράταξῐς αἱ παρατάξεις
      γενική τῆς παρατάξεως τῶν παρατάξεων
      δοτική τῇ παρατάξει ταῖς παρατάξεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν παράταξῐν τὰς παρατάξεις
     κλητική ! παράταξῐ παρατάξεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  παρατάξει
γεν-δοτ τοῖν  παραταξέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'δύναμις' όπως «δύναμις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
παράταξις < παρατάσσω, παρα-ταγ-(jω) + -σις > -ξις. Μορφολογικά αναλύεται σε παρά- + τάξις.

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

παράταξις, -εως θηλυκό

  1. (στρατιωτικός όρος) τοποθέτηση δίπλα δίπλα στρατιωτών στην πρώτη γραμμή της μάχης
    εκφράσεις: ἐκ παρατάξεως
  2. παράταξη (όπως για πολιτική παράταξη)