Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παντοπώλισσα οι παντοπώλισσες
      γενική της παντοπώλισσας των παντοπωλισσών
    αιτιατική την παντοπώλισσα τις παντοπώλισσες
     κλητική παντοπώλισσα παντοπώλισσες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παντοπώλισσα < παντοπώλης + κατάληξη θηλυκού -ισσα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παντοπώλισσα θηλυκό

δείτε τη λέξη παντοπώλης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία