Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πανικοβάλλομαι < παθητική φωνή του ρήματος πανικοβάλλω

  ΡήμαΕπεξεργασία

πανικοβάλλομαι


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία