Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παλιόφαγο < παλιο- + φα(γ)ί

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παλιόφαγο ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία