Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο παγοπώλης οι παγοπώλες
παγοπώληδες
      γενική του παγοπώλη των παγοπωλών
παγοπώληδων
    αιτιατική τον παγοπώλη τους παγοπώλες
παγοπώληδες
     κλητική παγοπώλη παγοπώλες
παγοπώληδες
όπως «λαχειοπώλης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παγοπώλης < πάγος + -πώλης (< πωλώ)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παγοπώλης αρσενικό, παγοπώλισσα θηλυκό

  • ο πωλητής πάγου, ένα επάγγελμα που εξαφανίστηκε μετά τη διάδοση των ηλεκτρικών ψυγείων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία