Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πέπλος οι πέπλοι
      γενική του πέπλου των πέπλων
    αιτιατική τον πέπλο τους πέπλους
     κλητική πέπλε πέπλοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πέπλος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πέπλος αρσενικό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία