Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

πάσομαι

  1. α΄ πρόσωπο ενικού στην οριστική του μέσου μέλλοντα του ρήματος πάομαι

δείτε τη λέξη: πάομαι