Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πάπιος οι πάπιοι
      γενική του πάπιου των πάπιων
    αιτιατική τον πάπιο τους πάπιους
     κλητική πάπιε πάπιοι
Παράρτημα
 
Ένας πάπιος

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πάπιος<θηλυκό πάπια

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πάπιος αρσενικό

  1. Είδος υδρόβιου πτηνού το αρσενικό της πάπιας.