Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πάλιωμα τα παλιώματα
      γενική του παλιώματος των παλιωμάτων
    αιτιατική το πάλιωμα τα παλιώματα
     κλητική πάλιωμα παλιώματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πάλιωμα < παλιώνω + -μα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πάλιωμα ουδέτερο

  1. το αποτέλεσμα του παλιώνω


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία