Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

πάγκων αρσενικό

  1. πάγκος, στη γενική του πληθυντικού