Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο οροφιαίος η οροφιαία το οροφιαίο
      γενική του οροφιαίου της οροφιαίας του οροφιαίου
    αιτιατική τον οροφιαίο την οροφιαία το οροφιαίο
     κλητική οροφιαίε οροφιαία οροφιαίο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι οροφιαίοι οι οροφιαίες τα οροφιαία
      γενική των οροφιαίων των οροφιαίων των οροφιαίων
    αιτιατική τους οροφιαίους τις οροφιαίες τα οροφιαία
     κλητική οροφιαίοι οροφιαίες οροφιαία
Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οροφιαίος < ελληνιστική (ὸροφιαῖος) < ὀροφή

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

οροφιαίος, -α, -ο

  1. αυτός που αφορά την οροφή ενός οικοδομήματος
  2. (μεταφορικά) αυτός που αφορά το ανώτερο μέρος ενός αντικειμένου ή μιας ιδέας
    ο οροφιαίος πυρήνας της παρεγκεφαλίδας
    οροφιαία τιμή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία