Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ορκίζω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ορκίζω

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία