Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ολοπαθής η ολοπαθής το ολοπαθές
      γενική του ολοπαθούς της ολοπαθούς του ολοπαθούς
    αιτιατική τον ολοπαθή την ολοπαθής το ολοπαθές
     κλητική ολοπαθή(ς) ολοπαθής ολοπαθές
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ολοπαθείς οι ολοπαθείς τα ολοπαθή
      γενική των ολοπαθών των ολοπαθών των ολοπαθών
    αιτιατική τους ολοπαθείς τις ολοπαθείς τα ολοπαθή
     κλητική ολοπαθείς ολοπαθείς ολοπαθή
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ολοπαθής < ολο- + -παθής

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ολοπαθής

  1. (γραμματική) που παθαίνει ολικό γραμματικό πάθος, για παράδειγμα οι λέξεις που παθαίνουν δηλαδή συναίρεση σε όλες τις πτώσεις
  2. (παρωχημένο, ιατρική) που πάσχει από νόσο που προσβάλλει όλο το σώμα (ολοπαθητικός)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία