Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οινοβάρελο οινοβάρελα
γενική οινοβάρελου οινοβάρελων
αιτιατική οινοβάρελο οινοβάρελα
κλητική οινοβάρελο οινοβάρελα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οινοβάρελο < οίνος + βαρέλι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οινοβάρελο ουδέτερο

  1. βαρέλι στο οποίο αποθηκεύεται οίνος (κρασί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία