Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ογαμικός ογαμική ογαμικό
γενική ογαμικού ογαμικής ογαμικού
αιτιατική ογαμικό ογαμική ογαμικό
κλητική ογαμικέ ογαμική ογαμικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ογαμικοί ογαμικές ογαμικά
γενική ογαμικών ογαμικών ογαμικών
αιτιατική ογαμικούς ογαμικές ογαμικά
κλητική ογαμικοί ογαμικές ογαμικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ογαμικός < Όγκμα, θεός της ποίησης, της ευγλωττίας και της μάθησης των Κελτών

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ογαμικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με τον θεό Όγκμα των Κελτών. Η λέξη χρησιμοποιείται στην έκφραση ογαμική γραφή, γραφή δηλαδή των Κελτών που βρέθηκε σε επιγραφές χρονολογημένες από τον 4ο έως τον 7ο αιώνα

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία