Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

οίκτους αρσενικό

  1. οίκτος, στην αιτιατική του πληθυντικού