Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ξιφολόγχη οι ξιφολόγχες
      γενική της ξιφολόγχης των ξιφολογχών
    αιτιατική την ξιφολόγχη τις ξιφολόγχες
     κλητική ξιφολόγχη ξιφολόγχες
όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξιφολόγχη < ξίφος + λόγχη

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ksi.fɔ.ˈlɔn.çi/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ξιφολόγχη θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία