Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ξεχωρισμένος ξεχωρισμένη ξεχωρισμένο
γενική ξεχωρισμένου ξεχωρισμένης ξεχωρισμένου
αιτιατική ξεχωρισμένο ξεχωρισμένη ξεχωρισμένο
κλητική ξεχωρισμένε ξεχωρισμένη ξεχωρισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ξεχωρισμένοι ξεχωρισμένες ξεχωρισμένα
γενική ξεχωρισμένων ξεχωρισμένων ξεχωρισμένων
αιτιατική ξεχωρισμένους ξεχωρισμένες ξεχωρισμένα
κλητική ξεχωρισμένοι ξεχωρισμένες ξεχωρισμένα


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεχωρισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεχωρίζω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

ξεχωρισμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: ξεχωρίζω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία