Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ξενύχιασμα τα ξενυχιάσματα
      γενική του ξενυχιάσματος των ξενυχιασμάτων
    αιτιατική το ξενύχιασμα τα ξενυχιάσματα
     κλητική ξενύχιασμα ξενυχιάσματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξενύχιασμα < ξενυχιάζω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ξενύχιασμα ουδέτερο

  1. ο πόνος στα νύχια όταν κάποιος πατάει κατά λάθος το πόδι ενός άλλου
  2. βασανιστήριο και εξαγωγή νυχιών

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία