Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεδιάντροπος < ξε- + αδιάντροπος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ξεδιάντροπος -η -ο

  1. που δεν έχει καθόλου ντροπή, άσεμνος
  2. που δεν έχει καθόλου ντροπή, δεν έχει ηθικές αρχές ούτε αναστολές

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία