Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεβιδώνω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ξεβιδώνω

  1. αφαιρώ μια βίδα
  2. χαλαρώνω το σφίξιμο μιας βίδας
  3. (μεταφορικά) (οικείο) κουράζω υπερβολικά κάποιον

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία