Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξανακύλημα < ξανακυλώ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ξανακύλημα ουδέτερο (& ξανακύλισμα)

  1. το νέο όργωμα, το σκάψιμο
  2. η επανεμφάνιση μιας αρρώστιας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία