Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ξάπλα οι ξάπλες
      γενική της ξάπλας
    αιτιατική την ξάπλα τις ξάπλες
     κλητική ξάπλα ξάπλες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξάπλα < ξαπλώνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ξάπλα θηλυκό

  1. η κατάσταση κατά την οποία κάποιος είναι ξαπλωμένος και δεν κάνει τίποτα
    του αρέσει πολύ η ξάπλα
  2. η τεμπελιά

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ξάπλα

είναι ξάπλα όλη μέρα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία