Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ντακότα οι ντακότες
      γενική της ντακότας
    αιτιατική την ντακότα τις ντακότες
     κλητική ντακότα ντακότες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ντακότα < αγγλική Dakota

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /daˈko.ta/
 
ντακότα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ντακότα θηλυκό

  1. (αεροπορικός όρος) παλιό μεταγωγικό αεροπλάνο με δύο κινητήρες
  2. (αργκό) φαντάρος που έχει κριθεί μη μάχιμος· που αποφεύγει τις δύσκολες υπηρεσίες, λουφάρει ή είναι τεμπέλης
    δείτε και τη λέξη γιωτάς

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία