Αυτό το λήμμα χρειάζεται επιμέλεια,
ώστε να ανταποκρίνεται σε υψηλότερες προδιαγραφές συντακτικής ποιότητας ή μορφοποίησης.

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η νουκλεοσύνθεση οι νουκλεοσυνθέσεις
      γενική της νουκλεοσύνθεσης των νουκλεοσυνθέσεων
    αιτιατική τη νουκλεοσύνθεση τις νουκλεοσυνθέσεις
     κλητική νουκλεοσύνθεση νουκλεοσυνθέσεις
Η λόγια γενική ενικού (νουκλεοσυνθέσεως) δεν συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις.
όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νουκλεοσύνθεση < λατινικά nucleus + σύνθεση ( < αρχαία ελληνική : σύνθεσις + )

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νουκλεοσύνθεση (el) θηλυκό