Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νοσταλγώ < νοσταλγία + (αναδρομικός σχηματισμός)

  ΡήμαΕπεξεργασία

νοσταλγώ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία