Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η νηφαλιότητα οι νηφαλιότητες
      γενική της νηφαλιότητας των νηφαλιοτήτων
    αιτιατική τη νηφαλιότητα τις νηφαλιότητες
     κλητική νηφαλιότητα νηφαλιότητες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νηφαλιότητα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νηφαλιότητα θηλυκό

  1. η κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο νηφάλιος, η έλλειψη μέθης, η διανοητική διαύγεια
    θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε το θέμα με νηφαλιότητα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία