Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

νησίδες θηλυκό

  1. νησίδα, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού