Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

νέτη

  1. θηλυκό του νέτος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία