Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νάμα νάματα
γενική νάματος ναμάτων
αιτιατική νάμα νάματα
κλητική νάμα νάματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νάμα < αρχαία ελληνική νᾶμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νάμα ουδέτερο

  1. το νερό της πηγής
  2. (μεταφορικά)
    τα νάματα της σοφίας
  3. το κρασί της Θείας Κοινωνίας που πωλείται όμως και στην αγορά (απ' τα ίδια αμπέλια και βαρέλια)

  ΛογοπαίγνιαΕπεξεργασία

νάμα λάκκαδείτε τη λέξη: λάκκα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία