Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική μωρός μωρή μωρό
γενική μωρού μωρής μωρού
αιτιατική μωρό μωρή μωρό
κλητική μωρέ μωρή μωρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μωροί μωρές μωρά
γενική μωρών μωρών μωρών
αιτιατική μωρούς μωρές μωρά
κλητική μωροί μωρές μωρά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μωρός < αρχαία ελληνική μωρός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /mɔˈɾɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μωρός -ή - ό

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική μωρός μωρά μωρόν μωροί μωραί μωρά
Γενική μωροῦ μωρᾶς μωροῦ μωρῶν μωρῶν μωρῶν
Δοτική μωρῷ μωρᾷ μωρῷ μωροῖς μωραῖς μωροῖς
Αιτιατική μωρόν μωράν μωρόν μωρούς μωράς μωρά
Κλητική μωρέ μωρά μωρόν μωροί μωραί μωρά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική μωρώ μωρά
Γενική-Δοτική μωροῖν μωραῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μωρός < άγνωστης ετυμολογίας

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μωρός

  1. ανόητος, χαζός
    1. (για πράγματα ή για ενέργειες) αυτός που δείχνει μωρία ή προέρχεται από μωρία
    2. το μῶρον ανοησία
  2. (για τα νεύρα) άτονος, νωθρός, χαλαρός
  3. (για γεύση) ανούσιος, άνοστος

  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • μωρά ἀνάγκη: αναπόδραστη ανάγκη
  • μωρότερος Μορύχου: λεγόταν για πολύ ανόητο άνθρωπο

  Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  Αλλόγλωσσα παράγωγαΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία