Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μπαλαούρο τα μπαλαούρα
      γενική του μπαλαούρου των μπαλαούρων
    αιτιατική το μπαλαούρο τα μπαλαούρα
     κλητική μπαλαούρο μπαλαούρα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπαλαούρο < (άμεσο δάνειο) ιταλική ballauro

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μπαλαούρο ουδέτερο

  1. (ναυτικός όρος): αποθήκη υλικών καταστρώματος και εξαρτισμού πλοίου που βρίσκεται στο πρόστεγο ή την πλώρη.
  2. σε πολεμικό πλοίο, από εποχής ιστιοφόρων, χώρος απομόνωσης ή κράτησης.
  3. (μεταφορικά) κρατητήριο
     συνώνυμα: δεσμωτήριο, μπουντρούμι, φυλακή

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία