μπαλαούρο
Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία
Ετυμολογία Επεξεργασία
- μπαλαούρο < (άμεσο δάνειο) ιταλική ballauro
ΟυσιαστικόΕπεξεργασία
μπαλαούρο ουδέτερο
- (ναυτικός όρος): αποθήκη υλικών καταστρώματος και εξαρτισμού πλοίου που βρίσκεται στο πρόστεγο ή την πλώρη.
- σε πολεμικό πλοίο, από εποχής ιστιοφόρων, χώρος απομόνωσης ή κράτησης.
- (μεταφορικά) κρατητήριο