Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μονοζυγώτης < αγγλική monozygote < μόνος +ζυγωτός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ο, η μονοζυγώτης και πληθ. οι μονοζυγώτες

  1. ο ομοζυγώτης δίδυμος, εκείνος που μοιράζεται ακριβώς το ίδιο DNA με τον δίδυμο αδελφό του, καθώς έχουν προέλθει και οι δύο από τη γονιμοποίηση ενός και μόνον ενός ωαρίου το οποίο διαιρέθηκε. Ο όρος χρησιμοποιείται για προσδιορισμό αλλά και σε αντιδιαστολή προς τον ετεροζυγώτη ή διζυγώτη δίδυμο.
    Η Μαρία και η Ελένη είναι μονοζυγώτες δίδυμες
    Ο Κώστας και ο Παύλος είναι μονοζυγώτες δίδυμοι
    Οι περισσότερες κλινικές έρευνες για την κληρονομικότητα, γίνονται σε μονοζυγώτες διδύμους



ΣυνώνυμαΕπεξεργασία


ΑντώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία