Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική μισαλλόδοξος μισαλλόδοξη μισαλλόδοξο
γενική μισαλλόδοξου μισαλλόδοξης μισαλλόδοξου
αιτιατική μισαλλόδοξο μισαλλόδοξη μισαλλόδοξο
κλητική μισαλλόδοξε μισαλλόδοξη μισαλλόδοξο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μισαλλόδοξοι μισαλλόδοξες μισαλλόδοξα
γενική μισαλλόδοξων μισαλλόδοξων μισαλλόδοξων
αιτιατική μισαλλόδοξους μισαλλόδοξες μισαλλόδοξα
κλητική μισαλλόδοξοι μισαλλόδοξες μισαλλόδοξα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μισαλλόδοξος < μίσος + αλλόδοξος ( < άλλος + δόξα (γνώμη) )

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /misalɔðɔksɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /misalɔðɔksi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /misalɔðɔksɔ/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μισαλλόδοξος -η -ο


ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία