Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μιμητής οι μιμητές
      γενική του μιμητή των μιμητών
    αιτιατική τον μιμητή τους μιμητές
     κλητική μιμητή μιμητές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μιμητής < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μιμητής αρσενικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία