Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική μη στατικός μη στατική μη στατικό
γενική μη στατικού μη στατικής μη στατικού
αιτιατική μη στατικό μη στατική μη στατικό
κλητική μη στατικέ μη στατική μη στατικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μη στατικοί μη στατικές μη στατικά
γενική μη στατικών μη στατικών μη στατικών
αιτιατική μη στατικούς μη στατικές μη στατικά
κλητική μη στατικοί μη στατικές μη στατικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μη στατικός < → δείτε τις λέξεις μη και στατικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μη στατικός, -ή, -ό

  1. (προγραμματισμός) η μεταβλητή ή γενικότερα η δομή δεδομένων της οποίας ο χώρος που κατέχει στην κεντρική μνήμη μπορεί να μεταβάλλεται κατά την διάρκεια της εκτέλεσης του προγράμματος
  2. (αντικειμενοστρεφής προγραμματισμός) η μεταβλητή αντικειμένου

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία