Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μηδέ < αρχαία ελληνική μηδέ < μή + δέ

  ΣύνδεσμοςΕπεξεργασία

μηδέ (συμπλεκτικός)

  1. ούτε

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία