Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεφίτις < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μεφίτις θηλυκό

  1. (ζωολογία) γένος σαρκοφάγων θηλαστικών της οικογένειας των μουστελιδών
  2. (ζωολογία) αγριοκούναβο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία