Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μεταφτερό τα μεταφτερά
      γενική του μεταφτερού των μεταφτερών
    αιτιατική το μεταφτερό τα μεταφτερά
     κλητική μεταφτερό μεταφτερά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μεταφτερό αρσενικό (νεολογισμός)

  1. (ορνιθολογία) ανατομικό τμήμα φτερού πτηνών
  2. (αεροπορικός όρος) τμήμα ή περιοχή φτερού αεροσκάφους, κινούμενη αεροτομή (flap) βάσης φτερού