Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μερισματαπόδειξη οι μερισματαποδείξεις
      γενική της μερισματαπόδειξης των μερισματαποδείξεων
    αιτιατική τη μερισματαπόδειξη τις μερισματαποδείξεις
     κλητική μερισματαπόδειξη μερισματαποδείξεις
Η λόγια γενική ενικού σε -εως δε συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις.
Κατηγορία όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μερισματαπόδειξη < μέρισμα (μερίσματος) + απόδειξη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μερισματαπόδειξη θηλυκό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία