Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μειμάς < μίμος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μειμάς θηλυκό

  1. θηλυκό του μίμος, γυναίκα που έπαιξε ρόλο μίμου στην αρχαία Ελλάδα

Εναλλακτική γραφήΕπεξεργασία