Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεθερμηνεύω < ελληνιστική κοινή μεθερμηνεύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

μεθερμηνεύω

  1. λέω με άλλα λόγια, εξηγώ
    όπερ μεθερμηνευόμενον σημαίνει...; (πές το μου με άλλα λόγια να το καταλάβω)
  2. μεταφράζω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεθερμηνεύω < μετά και ἑρμηνεύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

μεθερμηνεύω

  • ἕως οἱ νεώτεροι ἀστρολόγοι παρέλαβον παρά τῶν μεθερμηνευσάντων εἰς τό Ἑλληνικὸν τά τῶν ἱερέων ὑπομνήματα (Στράβ. Γεωγρ. 17.1)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία