Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Μαυροθαλασσίτης < Μαύρη Θάλασσα + [[-ίτης]#Ελληνικά (el)|-ίτης]]]
               [[Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ίτης] (νέα ελληνικά)]]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Μαυροθαλασσίτης αρσενικό

  1. (εθνικό όνομα) ο καταγόμενος από τις παράλιες περιοχές της Μαύρης Θάλασσας
    θηλυκό: Μαυροθαλασσίτισσα
  2. ελληνικό ανδρικό επώνυμο, που έφερε και ο αγωνιστής του 1821 Αλέξιος Μαυροθαλασσίτης
    θηλυκό: Μαυροθαλασσίτη

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία